Μετάφραση του "Intrinsic" σε Ελληνικά
Οι Εσωτερικός, εγγενής, ενδογενής, εγγενής, σύμφυτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Intrinsic" σε Ελληνικά.
Intrinsic
-
Εσωτερικός, εγγενής, ενδογενής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Intrinsic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
intrinsic
adjective
noun
γραμματική
innate, inherent, inseparable from the thing itself, essential [..]
-
εγγενής
adjective m;f masculine;feminineinherent [..]
Therefore, Europe ought to realise the efficiencies and opportunities intrinsic to the adoption of these technologies.
Επομένως, η Ευρώπη οφείλει να συνειδητοποιήσει την αποδοτικότητα που είναι εγγενής στην υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών.
-
σύμφυτος
masculinesituated or produced inside an organ [..]
-
αιθέριος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εσωτερικός
- ουσιαστικός
Φράσεις παρόμοιες με "Intrinsic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αντιεκρηκτικός
-
αντιεκρηκτική ραδιοσυσκευή
-
· εγγενώς · καθαυτό · φύσει
-
Τέλος · εσωτερική αξία
-
καθαρός ημιαγωγός
-
εγγενής σταθερά
-
φύσει και θέσει
-
εσωτερικό συμβάν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη