Μετάφραση του "introduce" σε Ελληνικά

Οι συστήνω, εισάγω, παρουσιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "introduce" σε Ελληνικά.

introduce Verb verb γραμματική

(transitive, of people) To cause (someone) to be acquainted (with someone else). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συστήνω

    verb

    to and make something or someone known by formal announcement or recommendation

    Now you all get acquainted while I introduce the counselor to some of my, uh, esteemed associates.

    Γνωριστείτε εσείς όσο εγώ θα συστήνω το σύμβουλο σε μερικούς απ'τους πιο αξιοσέβαστους συνεργάτες μου.

  • εισάγω

    verb

    The new regulation amended by the Council introduces improvements which should increase this effectiveness.

    Ο νέος τροποποιημένος από το Συμβούλιο κανονισμός εισάγει βελτιώσεις, οι οποίες θα πρέπει να εξασφαλίσουν περισσότερη αποτελεσματικότητα.

  • παρουσιάζω

    verb

    Dear teacher, let me introduce my wife Galya.

    Κύρια δασκάλα, σας παρουσιάζω την σύζυγό μου, την Γκάλια!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γνωρίζω
    • θέτω
    • βάζω
    • αγγέλω
    • φορώ
    • καθιερώνω
    • υιοθετώ
    • συνιστώ
    • εγκαινιάζω
    • εμφυτεύω
    • ενθέτω
    • μπήγω
    • παριστάνω
    • προσάγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " introduce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "introduce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καταθέτω πρόταση νόμου
  • γνωριμία με · εγκαίνια · εισαγωγή · ιδού · καθιέρωση · καθιερώνεται · παρουσίαση · προϋπαντώ · πρόλογος σε
  • εισηγητής
  • εισάγω · συστήνω
  • γνωριμία με · εγκαίνια · εισαγωγή · ιδού · καθιέρωση · καθιερώνεται · παρουσίαση · προϋπαντώ · πρόλογος σε
  • γνωριμία με · εγκαίνια · εισαγωγή · ιδού · καθιέρωση · καθιερώνεται · παρουσίαση · προϋπαντώ · πρόλογος σε
  • γνωριμία με · εγκαίνια · εισαγωγή · ιδού · καθιέρωση · καθιερώνεται · παρουσίαση · προϋπαντώ · πρόλογος σε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "introduce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη