Μετάφραση του "Layer" σε Ελληνικά
Οι Στρώμα, στρώμα, διάστρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Layer" σε Ελληνικά.
-
Στρώμα
The layering interposes ball clays, lignitic ball clays and sand seams.
Η διαστρωμάτωση παρενθέτει στρώματα πλαστικής αργίλου, λιγνιτικής πλαστικής αργίλου και άμμου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Layer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(ambitransitive) to cut or divide (something) into layers [..]
-
στρώμα
noun neutersingle thickness of some material covering a surface [..]
The layering interposes ball clays, lignitic ball clays and sand seams.
Η διαστρωμάτωση παρενθέτει στρώματα πλαστικής αργίλου, λιγνιτικής πλαστικής αργίλου και άμμου.
-
διάστρωση
noun femininesingle thickness of some material covering a surface [..]
A mobile road construction machine used for the purpose of applying layers of construction material, such as bituminous mix, concrete and gravel on surfaces.
Το κινητό μηχάνημα οδοποιίας που χρησιμοποιείται για την επιφανειακή διάστρωση υλικών, όπως ασφαλτικού μείγματος, σκυροδέματος και αδρανών.
-
στρώση
noun femininesingle thickness of some material covering a surface
The top layer of filo pastry is not detached from the last filling.
Η ανώτερη στρώση φύλλου πρέπει να μην αποσπάται από την τελευταία στρώση γέμισης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καρπερή
- καταβολεύω
- στιβάδα
- επίπεδο
- επίστρωση
Εικόνες με "Layer"
Φράσεις παρόμοιες με "Layer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στρώμα D
-
πάχος στρώματος
-
επίπεδο διασύνδεσης δικτύου
-
Στρώμα εφαρμογής χρήστη
-
Στρώμα ασφαλών υποδοχών
-
στρώμα F
-
Καλωδιακό πλοίο
-
Στρώμα πρόσβασης δεδομένων