Μετάφραση του "layabout" σε Ελληνικά
Οι τεμπέλης, αργόσχολος, αλήτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "layabout" σε Ελληνικά.
layabout
noun
γραμματική
A lazy person. [..]
-
τεμπέλης
adjective masculinelazy person
I mean, the man was a total layabout.
Ο άνθρωπος ήταν τεμπέλης.
-
αργόσχολος
adjective masculinelazy person
A street salesman, a funfair barker a layabout from Corsica.
Ένας πλασιέ, ένας πανηγυρτζής κράχτης ένας αργόσχολος από την Κορσική.
-
αλήτης
Noun masculinelazy person
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " layabout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη