Μετάφραση του "Lever" σε Ελληνικά
Οι Λεβιές, μοχλός, μοχλός, λεβιέ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lever" σε Ελληνικά.
Lever
-
Λεβιές, μοχλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lever " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
lever
verb
noun
adverb
γραμματική
(mechanics) A rigid piece which is capable of turning about one point, or axis (the fulcrum ), and in which are two or more other points where forces are applied; — used for transmitting and modifying force and motion. [..]
-
μοχλός
noun masculinerigid piece [..]
The candidates pull the levers and the food drops.
Οι υποψήφιοι τράβηξαν τους μοχλούς και έπεσαν τα τρόφιμα.
-
λεβιέ
These things here are manacles which are controlled by that lever.
Αυτά εδώ είναι κλάπες... που ελέγχονται από αυτόν το λεβιέ.
-
γρύλος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λεβιές
- λοστός
- Μοχλός
Εικόνες με "Lever"
Φράσεις παρόμοιες με "Lever" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διπλός μοχλός
-
διακόπτης με λεβιέ
-
μοχλός με έκκεντρο
-
πεντάλ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη