Μετάφραση του "leverage" σε Ελληνικά

Οι μόχλευση, επιρροή, πλεονέκτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leverage" σε Ελληνικά.

leverage verb noun γραμματική

A force compounded by means of a lever rotating around a pivot; see torque. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόχλευση

    noun feminine

    use of borrowed funds [..]

    Firstly, donors can take action that supports or creates leverage for other development finance.

    Πρώτον, οι δωρητές δύνανται να λάβουν μέτρα που στηρίζουν ή δημιουργούν μόχλευση για άλλα μέσα χρηματοδότησης της ανάπτυξης.

  • επιρροή

    feminine

    Look, you can tell your boss that if she dies, then his leverage dies.

    Πείτε στο αφεντικό σας ότι αν πεθάνει, δεν θα έχει πλέον επιρροή πάνω μου.

  • πλεονέκτημα

    noun

    Let's say somebody was able to remove this leverage you're talking about.

    Ας πούμε πως κάποιος καταφέρνει να αφαιρέσει το πλεονέκτημα για το οποίο μιλάμε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ισχύς
    • ατού
    • αξιοποιώ
    • αντάλλαγμα
    • ασκηση πίεσης
    • εργαλείο διαπραγματευτικής ισχύς, εργαλείο διαπραγμάτευσης, διαπραγματευτικό εργαλείο , διαπραγματευτικό ατού,
    • υπεροχή
    • εκμεταλλεύομαι
    • επωφελούμαι
    • μανουβράρω
    • δόλωμα
    • «όπλο»
    • άσος στο μανίκι
    • αβαντάζ
    • βαρύτητα
    • διαπραγματευτικό ατού
    • κρυμμένος άσος
    • μέσο πίεσης
    • πάνω χέρι
    • χρηματοοικονομική μόχλευση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leverage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Leverage
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στηρίζω, μόχλευση

Φράσεις παρόμοιες με "leverage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leverage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη