Μετάφραση του "Mason" σε Ελληνικά
Οι Μασόνος, ελευθεροτέκτονας, κτίστης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mason" σε Ελληνικά.
An occupational surname for a stonemason. [..]
-
Μασόνος
properEvery man that's walked on the moon, 33rd-degree Mason.
Κάθε άνθρωπος που περπάτησε στο φεγγάρι, Μασόνος 33ου βαθμού.
-
ελευθεροτέκτονας
proper
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Mason " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
One whose occupation is to build with stone or brick; also, one who prepares stone for building purposes. [..]
-
κτίστης
noun masculineone who builds with stone or brick
One of your men armed with a mason's hammer... against Walter.
Ένας από τους άντρες σου, οπλισμένος με σφυρί κτίστη, εναντίον του Γουόλτερ.
-
λιθοδόμος
noun masculineone who builds with stone or brick
His name is Ouseman, and he's a master mason in Djenne, an ancient city made entirely of river mud.
Το όνομά του είναι Ούσμαν και είναι λιθοδόμος στο Τζέννε, μια αρχαία πόλη κτισμένη εξολοκλήρου από λάσπη ποταμού.
-
μασόνος
masculineAnd Washington, being a mason, never would have wanted the map far from his remains.
Και ο Ουάσινγκτον, όντας μασόνος, δε θα ήθελε το χάρτη μακρυά από τη σωρό του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χτίστης
- ελεύθερος τέκτονας
Εικόνες με "Mason"
Φράσεις παρόμοιες με "Mason" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μασονικός
-
μέλισσα τέκτων
-
Τζέιμς Μέισον
-
τεκτονικός
-
η μεθόριος Μέισον-Ντίξον
-
μασονικός