Μετάφραση του "Mechanical" σε Ελληνικά

Οι Μηχανικός, μηχανικός, αυτόματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mechanical" σε Ελληνικά.

Mechanical
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μηχανικός

    I want to become a mechanic.

    Θέλω να γίνω μηχανικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mechanical " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

mechanical adjective noun γραμματική

(now rare) Characteristic of someone who does manual labour for a living; coarse, vulgar. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηχανικός

    adjective masculine

    physics: related to mechanics [..]

    I want to become a mechanic.

    Θέλω να γίνω μηχανικός.

  • αυτόματος

    adj.

    And that's the automated wing-folding mechanism.

    Και αυτό είναι ο αυτόματος μηχανισμός αναδίπλωσης των φτερών.

  • μηχανιστικός

    adj.

    If you have another to the extreme, you become, all of a sudden, a mechanical man...

    Αν το άλλο είναι σε υπερβολή, γίνεστε, ξαφνικά, ένας μηχανιστικός άνθρωπος...

  • λειτουργικός

    adjective

    One last point that seems important to me if the eco-audit is to be a practicable mechanism is the frequency of its validation.

    Ένα σημείο που θεωρώ σημαντικό για τη λειτουργική διαμόρφωση του EMAS είναι η συχνότητα της επικύρωσης.

Φράσεις παρόμοιες με "Mechanical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mechanical" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη