Μετάφραση του "mechanical engineer" σε Ελληνικά

Οι μηχανολόγος μηχανικός, μηχανολόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mechanical engineer" σε Ελληνικά.

mechanical engineer noun

a person trained to design and construct machines

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηχανολόγος μηχανικός

    profession

    A mechanical engineer in Pakistan that we leveraged into an intelligence asset.

    Ένας μηχανολόγος μηχανικός στο Πακιστάν που τον κάναμε πληροφοριοδότη.

  • μηχανολόγος

    noun

    A mechanical engineer in Pakistan that we leveraged into an intelligence asset.

    Ένας μηχανολόγος μηχανικός στο Πακιστάν που τον κάναμε πληροφοριοδότη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mechanical engineer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mechanical engineer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mechanical engineer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη