Μετάφραση του "Motor" σε Ελληνικά
Οι Κινητήρας, μοτέρ, κινητήρας, μηχανή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Motor" σε Ελληνικά.
-
Κινητήρας, μοτέρ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Motor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
a small internal combustion engine, especially a powerful one for the size (as in motorboat, motor car) [..]
-
κινητήρας
noun masculineA machine in which power is applied to do work by the conversion of various forms of energy into mechanical force and motion. [..]
Tides of history tick with this motor and these rotors.
Αυτός ο κινητήρας και αυτοί οι τροχοί αναπτύχθηκαν με ιδιαίτερο τρόπο.
-
μηχανή
noun feminineengine [..]
Traveling on a rough road on a low tank chucked it all up into the motor.
Ταξιδεύοντας σε σκληρές συνθήκες με χαμηλή στάθμη μπούκωσε η μηχανή.
-
μοτέρ
The motor has broken, and with the boat flooding, the crew must head for the bank.
Το μοτέρ σταμάτησε, η βάρκα παίρνει νερα, το συνεργείο πρέπει να επιστρέψει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μηχανοκίνητος
- κινητικός
- κινητικότητα
- κινητήριος
- οδηγώ
- με κινητήρα
- μεταφέρω, πηγαίνω οδικώς
Εικόνες με "Motor"
Φράσεις παρόμοιες με "Motor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προστατευτικό κύκλωμα κινητήρα
-
καύσιμο κινητήρα · καύσιμο κινητήρων εσωτερικής καύσεως
-
κινητήρας βημάτων , βηματοκινητήρας
-
ηλεκτροκινητήρας περιστροφής
-
αυτοκίνηση · οδικά ταξίδια
-
εξοπλίζω με κινητήρα · μηχανοποιώ
-
τριφασικός κινητήρας
-
Επαγωγικός κινητήρας, εκκίνησης πυκνωτή