Μετάφραση του "OUTput" σε Ελληνικά
Οι Έξοδος, παραγωγή, απόδοση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "OUTput" σε Ελληνικά.
-
Έξοδος
properOutput data to additional external devices
Έξοδος δεδομένων σε πρόσθετες εξωτερικές συσκευές
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " OUTput " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(economics) production; quantity produced, created, or completed. [..]
-
παραγωγή
noun feminineThe opposing force grew in direct proportion to the power output of the Enterprise.
Η αντίθετη δύναμη αναπτύχθηκε σε ίση αναλογία με την παραγωγή ενέργειας του Εντερπράιζ.
-
απόδοση
noun feminineShocks on the supply side are said to have effects on inflation and output in opposite directions.
Απροσδόκητες καταστάσεις της προσφοράς έχουν επιπτώσεις στον πληθωρισμό και απόδοση σε άλλους τομείς.
-
προϊόν
noun neuterUsage is assessed by reference to the asset’s expected capacity or physical output.
Η χρήση εκτιμάται σε αναφορά με την αναμενόμενη παραγωγική δυναμικότητα ή το παραγόμενο προϊόν του περιουσιακό στοιχείου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έξοδος
- παραγωγή (generated power), 2) αποδοση ισχυς (electrical power) 3) αποτελεσμα/προιον
- παροχή
- Έξοδος
- προϊόν παραγωγής
Φράσεις παρόμοιες με "OUTput" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολλαπλών εισόδων-μίας εξόδου
-
Μεγίστη ισχύς εξόδου
-
Ψηφιακή είσοδος / έξοδος
-
Φάσμα ραδιοσυχνοτήτων εξόδου
-
Αναλογική είσοδος / έξοδος
-
ισχύς
-
Έξοδος υπολογιστή σε δίσκο λέιζερ
-
Απομείωση εξόδου