Μετάφραση του "outpouring" σε Ελληνικά

Οι ξεχείλισμα, έκχυση, ξέσπασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outpouring" σε Ελληνικά.

outpouring noun γραμματική

The sudden flowing of a large amount of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεχείλισμα

    noun neuter

    The sudden flowing of a large amount of something

    We felt a tremendous outpouring of love from those around us.

    Αισθανθήκαμε ένα τεράστιο ξεχείλισμα αγάπης από τους γύρω μας.

  • έκχυση

    feminine

    The sudden flowing of a large amount of something

    It was a joyous occasion, with a great outpouring of the Spirit.

    Ήταν μια χαρούμενη περίσταση, με μεγάλη έκχυση Πνεύματος.

  • ξέσπασμα

    noun

    I had never seen anything quite like the outpouring I saw.

    Ποτέ δεν είχε δει κάτι τέτοιο τίποτα όπως το ξέσπασμα που είδα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πηγή
    • αναβρυτήριο
    • υπερχείλιση
    • παροξυσμός
    • πλημμύρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " outpouring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "outpouring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "outpouring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη