Μετάφραση του "Option" σε Ελληνικά
Οι Επιλογή, προαίρεση, επιλογή, προαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Option" σε Ελληνικά.
-
Επιλογή, προαίρεση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Option " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
One of the choices which can be made. [..]
-
επιλογή
noun feminineone of the choices which can be made
Backtracking on what has already been achieved is not an option.
Η υπαναχώρηση από αυτά που έχουμε επιτύχει ως τώρα δεν αποτελεί επιλογή.
-
προαίρεση
noun feminineone of the choices which can be made
The Commission has, however, introduced an option for a fixed overhead rate.
Ωστόσο, η Επιτροπή έχει εισαγάγει μια προαίρεση για καθορισμένο ποσοστό γενικών εξόδων.
-
εκλογή
noun feminineone of the choices which can be made
In Belgium and Denmark, third-party verification is an optional addition to obligatory marking by the manufacturer.
Στο Βέλγιο και τη Δανία υπάρχει η προαιρετική εγχάραξη μέσω τρίτου μέρους σύμφωνα με την εκλογή του παραγωγού.
-
εναλλακτική λύση
nounThe Committee believes that ultimately the option which should be selected is Option I.
Η Επιτροπή των Περιφερειών φρονεί ότι σε τελική ανάλυση πρέπει να προκριθεί η εναλλακτική λύση I.
Φράσεις παρόμοιες με "Option" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιλογές εφέ γραφήματος
-
επιλογή ελέγχου ταυτότητας
-
κατ' εκλογήν · προαιρετικός
-
επιλογή προγράμματος μεταγλώττισης
-
προαιρετικά
-
Επιλογές παροχής ενέργειας
-
Επιλογές · δικαιώματα προαίρεσης
-
κουμπί επιλογής