Μετάφραση του "Orthodox" σε Ελληνικά
Οι ορθόδοξος, ορθόδοξη, ορθόδοξος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Orthodox" σε Ελληνικά.
Pertaining to the rites of the Eastern Orthodox Church. [..]
-
ορθόδοξος
adjective masculineof the Eastern Christian Orthodox church [..]
Grigorije, the Orthodox Bishop of Zahumsko-Hercegovacki, gave a liturgy to mark the occasion
Ο Γρηγόριος, ο ορθόδοξος επίσκοπος του Ζαχούμσκο- Χερτσεγκοβάκι, παρέθεσε μια λειτουργία σηματοδοτώντας την περίσταση
-
ορθόδοξη
noun adjective feminineof the Eastern Christian Orthodox church
You know, in the Orthodox tradition, We're not allowed to answer the phone. Ugh.
Ξέρεις, σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, δεν μας επιτρέπεται να απαντήσουμε στο τηλέφωνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Orthodox " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Conforming to the established, accepted or traditional faith or religion. [..]
-
ορθόδοξος
adjective masculineAdhering to whatever is traditional, customary, accepted [..]
Of course, he never was orthodox, was he?
Φυσικά, ποτέ δεν ήταν ορθόδοξος, σωστά;
-
καθιερωμένος
adjectiveToday’s more learned cultures owe a lot to earlier cultures that promoted research, questioned the orthodox, and encouraged fertile minds.
Οι σημερινοί, πιο αναπτυγμένοι πολιτισμοί οφείλουν πολλά σε παλιότερους πολιτισμούς που προωθούσαν την έρευνα, αμφισβητούσαν τα καθιερωμένα και ενθάρρυναν τις γόνιμες διάνοιες.
Φράσεις παρόμοιες με "Orthodox" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εκκλησία της Κύπρου
-
Εκκλησία της Ελλάδος · Ελληνορθόδοξη Εκκλησία
-
Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία
-
Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία · Ορθόδοξη Εκκλησία
-
Πατριαρχείο Αλεξανδρείας
-
Αρχιεπισκοπή Αχρίδος
-
ανορθόδοξος
-
Άγιος Νικόλαος Νέας Υόρκης