Μετάφραση του "orthodoxly" σε Ελληνικά

Οι ορθοδόξως, ορθόδοξα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orthodoxly" σε Ελληνικά.

orthodoxly adverb γραμματική

In an orthodox way; conventionally. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθοδόξως

    adverb

    religion: according to doctrine [..]

  • ορθόδοξα

    adjective adverb

    religion: according to doctrine [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orthodoxly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orthodoxly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη