Μετάφραση του "Overall" σε Ελληνικά

Οι Ολικός, συνολικός, γενικός, ακέραιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Overall" σε Ελληνικά.

Overall
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ολικός, συνολικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Overall " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

overall adjective noun adverb γραμματική

All-encompassing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενικός

    adjective masculine

    In parallel the industry will improve its overall financial situation.

    Παράλληλα ο κλάδος παραγωγής θα βελτιώσει την γενική οικονομική του κατάσταση.

  • ακέραιος

    adjective
  • γενικά

    adverb

    In parallel the industry will improve its overall financial situation.

    Παράλληλα ο κλάδος παραγωγής θα βελτιώσει την γενική οικονομική του κατάσταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ολικός
    • συνολικά
    • συνολικός
    • ολοσχερής
    • ολοσχερώς
    • στο σύνολό [+Γεν.]
    • σύνολος, -η, -ο
    • φόρμα δουλειάς

Εικόνες με "Overall"

Φράσεις παρόμοιες με "Overall" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Overall" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη