Μετάφραση του "overage" σε Ελληνικά
Το πλεόνασμα είναι η μετάφραση του "overage" σε Ελληνικά.
overage
adjective
noun
γραμματική
Having an age that is greater than a stipulated minimum. [..]
-
πλεόνασμα
neuterYou got shortages and overages in the same count, and your fill slips are so sloppy I still don't know who signed out for what.
Έχεις ελλείμματα και πλεονάσματα μαζί, και οι φόρμες καταμέτρησης είναι τόσο τσαπατσούλικες που δεν ξέρω ποιος έχει υπογράψει τι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " overage " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη