Μετάφραση του "Parent" σε Ελληνικά

Οι Γονιός, πηγή, γονέας, γεννήτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Parent" σε Ελληνικά.

Parent
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γονιός, πηγή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Parent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

parent verb noun γραμματική

(biology) An organism from which a plant or animal is immediately biologically descended. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γονέας

    noun masculine

    person who acts as a parent in rearing a child [..]

    They needed a parent's name, so, I obviously didn't want to give yours.

    Ήθελαν όνομα γονέα, και δεν ήθελα να δώσω το δικό σου.

  • γεννήτορας

    noun masculine

    person from whom one is descended

    The supplied diet should be based on the amount of organic carbon (C) provided to each parent animal.

    Η δίαιτα θα πρέπει να βασίζεται στην ποσότητα οργανικού άνθρακα (C) που παρέχεται σε κάθε γεννήτορα.

  • γονιός

    noun masculine

    I do believe that Brian would be a successful parent.

    Πιστεύω ότι ο Μπράιαν θα είναι καλός γονιός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γονικός
    • πηγή
    • γονικό αντικείμενο
    • γονεύς
    • αιτία
    • μητρική εταιρεία

Φράσεις παρόμοιες με "Parent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Parent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη