Μετάφραση του "paren" σε Ελληνικά
Το παρένθεση είναι η μετάφραση του "paren" σε Ελληνικά.
paren
noun
γραμματική
(informal) A parenthesis (bracket used to enclose parenthetical material in text). [..]
-
παρένθεση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " paren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη