Μετάφραση του "Peninsula" σε Ελληνικά

Οι Ακρωτήριο, χερσόνησος, ακρωτήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Peninsula" σε Ελληνικά.

Peninsula
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ακρωτήριο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Peninsula " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

peninsula noun γραμματική

(geography) A piece of land projecting into water from a larger land mass. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χερσόνησος

    noun feminine

    a piece of land projecting into water

    A centre for the vocational training of salt producers was created on the Guérande peninsula in 1979.

    Το 1979 ιδρύθηκε στη χερσόνησο της Guérande κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης στις τεχνικές αλατοπαραγωγής.

  • ακρωτήριο

    noun neuter

    A piece of land extending into the sea almost entirely surrounded by water.

  • Χερσόνησος

    γεωγραφικός όρος

    A centre for the vocational training of salt producers was created on the Guérande peninsula in 1979.

    Το 1979 ιδρύθηκε στη χερσόνησο της Guérande κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης στις τεχνικές αλατοπαραγωγής.

Εικόνες με "Peninsula"

Φράσεις παρόμοιες με "Peninsula" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Peninsula" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη