Μετάφραση του "Perpetual" σε Ελληνικά
Οι Διαρκής, συνεχής, αέναος, αιώνιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Perpetual" σε Ελληνικά.
Perpetual
-
Διαρκής, συνεχής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Perpetual " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
perpetual
adjective
γραμματική
Lasting forever, or for an indefinitely long time [..]
-
αέναος
adjective masculinecontinuing uninterrupted
'A perpetual waster. 'forever to be ruled by fear and confusion and anger?
Ένας αέναος αποτυχημένος, να διακατέχεται για πάντα απο φόβο και σύγχυση και θυμό;
-
αιώνιος
adjective masculineAnd Laertes, in love with being a perpetual student.
Και ο Λαέρτης, ο αιώνιος φοιτητής.
-
παντοτινός
adjective masculinelasting forever
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πολυετής
- ακατάπαυστος
- συνεχής
- διαρκής
- αδιάκοπος
- μόνιμος
Φράσεις παρόμοιες με "Perpetual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαρκές παιδί
-
αιωνιότης · αιωνιότητα
-
διαιωνίζω
-
διαρκής κίνηση
-
λερναίο
-
αέναα · αιώνια · ανελλιπώς · διαρκώς · μια ζωή · μονίμως · μόνιμα · πάντα · πάντοτε · στο διηνεκές
-
αεικίνητον
-
διαιώνιση · μάκρος · παράταση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη