Μετάφραση του "perpetuation" σε Ελληνικά
Οι διαιώνιση, παράταση, μάκρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perpetuation" σε Ελληνικά.
perpetuation
noun
γραμματική
The act of prolonging existence, of keeping something alive or active. [..]
-
διαιώνιση
nounHowever, the Commission cannot allow past restrictions to be perpetuated where they are no longer indispensable.
Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιτρέψει τη διαιώνιση των παλαιών περιορισμών εκεί όπου δεν είναι πλέον αναγκαίοι.
-
παράταση
noun -
μάκρος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " perpetuation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "perpetuation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαρκές παιδί
-
αιωνιότης · αιωνιότητα
-
διαιωνίζω
-
Διαρκής, συνεχής
-
διαρκής κίνηση
-
αέναος · αδιάκοπος · αιώνιος · ακατάπαυστος · διαρκής · μόνιμος · παντοτινός · πολυετής · συνεχής
-
λερναίο
-
αέναα · αιώνια · ανελλιπώς · διαρκώς · μια ζωή · μονίμως · μόνιμα · πάντα · πάντοτε · στο διηνεκές
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη