Μετάφραση του "Personal" σε Ελληνικά

Οι Προσωπικός, Προσωπικό, προσωπικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Personal" σε Ελληνικά.

Personal

A privacy relationship setting that allows the most amount of information to be viewed.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προσωπικός

    Personal account shows a wire transfer of 20 million Swedish krona not three hours after the shooting.

    Προσωπικός λογαριασμός παρουσιάζει έμβασμα των 20 εκατομμυρίων σουηδική κορόνα όχι τρεις ώρες μετά τους πυροβολισμούς.

  • Προσωπικό

    A privacy relationship setting that allows the most amount of information to be viewed.

    Might I ask you a personal question?

    Να σε ρωτήσω κάτι προσωπικό?

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Personal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

personal adjective noun γραμματική

Pertaining to human beings as distinct from things. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσωπικός

    adjective masculine

    που ανήκει στο άτομο

    Significant personal wealth, which could be used for regime purposes.

    Αξιοσημείωτος προσωπικός πλούτος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υπέρ του καθεστώτος.

  • ιδιωτικός

    adjective

    ‘The right to privacy, honour and the inviolability of the home of every person shall be guaranteed.

    «Ο ιδιωτικός βίος, η τιμή και η κατοικία είναι απαραβίαστοι.

  • αγγελία

    noun

    Your add was in the personal column not in jobs

    Η αγγελία σας ήταν στην προσωπική στήλη όχι στην εύρεση εργασίας. Αλήθεια;

  • αδιάκριτος

    adjective masculine

    I felt kind of icky, though, sneaking around in their personal papers.

    Ένιωσα κάπως αδιάκριτος όμως, ψαχου - λεύοντας τα προσωπικά τους έγγραφα.

Φράσεις παρόμοιες με "Personal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Personal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη