Μετάφραση του "personable" σε Ελληνικά
Οι ευπαρουσίαστος, συμπαθητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "personable" σε Ελληνικά.
personable
adjective
γραμματική
(of a person) Having a pleasing appearance or manner; attractive; handsome; friendly; amiable. [..]
-
ευπαρουσίαστος
Sforza is personable- - not unlike your brother.
Ο Σφόρτσα είναι ευπαρουσίαστος σαν τον αδερφό σου.
-
συμπαθητικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " personable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "personable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσωπικά οικονομικά
-
αγνοείται η τύχη κάποιου · αγνοούμενος
-
Προσωπικό ψηφιακό κυψελοειδές
-
πρώτο πρόσωπο
-
νομικό πρόσωπο
-
Οιστριονική διαταραχή προσωπικότητας
-
στόχος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη