Μετάφραση του "Practical" σε Ελληνικά
Οι Πρακτικός, λειτουργικός, πρακτικός, χρήσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Practical" σε Ελληνικά.
-
Πρακτικός, λειτουργικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Practical " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(UK) that part of an exam or series of exams in which the candidate has to demonstrate their practical ability [..]
-
πρακτικός
adjective masculinehaving skills or knowledge that are practical [..]
The general practice is that when deadlines expire, the tax authorities send automatic reminders.
Η γενική πρακτική είναι ότι με τη λήξη των προθεσμιών, οι φορολογικές αρχές αποστέλλουν αυτόματες υπενθυμίσεις.
-
χρήσιμος
adjective masculinebeing likely to be effective and applicable to a real situation
Harry had unintentionally given his daughter some practical advice.
Ο Χάρυ έδωσε ασυνείδητα μια χρήσιμη συμβουλή στην κόρη του.
-
χρηστικός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εμπειρικός
- βολικός
Φράσεις παρόμοιες με "Practical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικηγορική άσκηση
-
κατ' ουσίαν · ουσιαστικά · πρακτικά · πρακτικώς · σχεδόν
-
δυνατός · εφαρμόσιμος · κατορθωτός · χρηστικός
-
εξασκούμαι σε
-
άσκηση · ενεργός · ευλαβής · θρήσκος · θρησκευόμενος
-
Πρακτική γλώσσα εξαγωγής και αναφοράς
-
ασκώ τη δικηγορία