Μετάφραση του "practicing" σε Ελληνικά
Οι άσκηση, ενεργός, ευλαβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "practicing" σε Ελληνικά.
practicing
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of practice. [..]
-
άσκηση
nounDetailed career guidance is also given to groups, with focus for interaction and work practice.
Λεπτομερής καθοδήγηση σταδιοδρομίας παρέχεται επίσης στις ομάδες, με εστίαση στην αλληλεπίδραση και πρακτική άσκηση στην εργασία.
-
ενεργός
But, uh, hadn't been a practicing physician in a long time.
Αλλά δεν είμαι ενεργός ιατρός εδώ και πολλά χρόνια.
-
ευλαβής
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θρήσκος
- θρησκευόμενος
- στην πράξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " practicing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "practicing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικηγορική άσκηση
-
κατ' ουσίαν · ουσιαστικά · πρακτικά · πρακτικώς · σχεδόν
-
δυνατός · εφαρμόσιμος · κατορθωτός · χρηστικός
-
εξασκούμαι σε
-
Πρακτική γλώσσα εξαγωγής και αναφοράς
-
ασκώ τη δικηγορία
-
συζυγικές συνήθειες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη