Μετάφραση του "Previous" σε Ελληνικά

Οι Προηγούμενος, προηγούμενος, προγενέστερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Previous" σε Ελληνικά.

Previous

A navigation button used to go to the previous page in wizards.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προηγούμενος

    Previous Commission documents on the automobile industry

    Προηγούμενα έγγραφα της Επιτροπής για την αυτοκινητοβιομηχανία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Previous " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

previous adjective noun γραμματική

prior; occurring before something else, either in time or order. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προηγούμενος

    adjective masculine

    prior

    Fraudulent irregularities detected and reported in 2013 relate to actions financed under previous financial years.

    Οι δόλιες παρατυπίες που εντοπίστηκαν και κοινοποιήθηκαν το 2013 αφορούν δράσεις που χρηματοδοτήθηκαν τα προηγούμενα οικονομικά έτη.

  • προγενέστερος

    adjective

    As for final evaluation, the obligations resulting from the four previous specific programmes were not fulfilled.

    Στον τομέα της τελικής αξιολόγησης, οι υποχρεώσεις που είχαν θέσει τα τέσσερα προγενέστερα ειδικά προγράμματα δεν έγιναν σεβαστές.

  • πρότερος

    So the date on which a vehicle is first authorised is that which appears on the previous Netherlands registration certificate.

    Επομένως, η ημερομηνία της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του οχήματος σε κυκλοφορία είναι εκείνη που περιέχεται στο παλαιό ολλανδικό πιστοποιητικό ταξινομήσεως.

  • τέως

    adverb

    When I worked for the previous President, it was my job to be invisible.

    Όταν δούλευα για το τέως πρόεδρο, δουλειά μου ήταν να είμαι αόρατος.

Φράσεις παρόμοιες με "Previous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Previous" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη