Μετάφραση του "previously" σε Ελληνικά

Οι προηγουμένως, πρωτύτερα, άλλοτε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "previously" σε Ελληνικά.

previously adverb γραμματική

At an earlier time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προηγουμένως

    adverb

    at an earlier time

    This is only for the purpose of seeing if you have previously applied for asylum.

    Αυτό χρησιμεύει για να διαπιστωθεί εάν έχετε υποβάλει προηγουμένως αίτηση ασύλου.

  • πρωτύτερα

    And third is the existence of a previously unsatisfied need.

    Και τρίτον, η ύπαρξη μιας πρωτύτερα ανικανοποίητης ανάγκης.

  • άλλοτε

    adverb

    Even countries that previously had relatively low divorce rates have seen a change.

    Ακόμα και σε χώρες που άλλοτε είχαν σχετικά χαμηλό ποσοστό διαζυγίων, έχουν επέλθει αλλαγές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πριν
    • πρώην
    • προτού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " previously " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "previously" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη