Μετάφραση του "Protestant" σε Ελληνικά

Οι διαμαρτυρόμενος, προτεστάντης, προτεσταντικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Protestant" σε Ελληνικά.

Protestant adjective noun γραμματική

(Christianity) Any of several denominations of Christianity that separated from the Roman Catholic Church based on theological or political differences during the Reformation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμαρτυρόμενος

    adjective noun particle masculine

    someone who is a member of such a denomination

    Polish apple growers will soon be protesting against the low prices offered by the processing industry.

    Οι πολωνοί καλλιεργητές μήλων σύντομα θα διαμαρτύρονται για τις χαμηλές τιμές που προσφέρονται από τη βιομηχανία μεταποίησης.

  • προτεστάντης

    adjective noun masculine

    someone who is a member of such a denomination

    He publicly claims to be Protestant, but at heart he's Catholic.

    Ο Βασιλιάς δηλώνει ότι είναι προτεστάντης, αλλά στην καρδιά του είναι καθολικός.

  • προτεσταντικός

    adjective masculine

    Protestant

    Both Catholic and Protestant clergy opposed us adamantly and made slanderous accusations against us for our preaching work.

    Τόσο ο Καθολικός όσο και ο Προτεσταντικός κλήρος μάς εναντιώθηκαν σφοδρά και εκτόξευσαν συκοφαντικές κατηγορίες εναντίον μας σε σχέση με το έργο μας κηρύγματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Protestant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

protestant adjective noun γραμματική

of greater quality or merit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προτεστάντης

    noun

    This protestant minister from denver is coming to speak to us tomorrow.

    Αύριο θα έρθει να μας μιλήσει ένας προτεστάντης ιερέας.

  • διαμαρτυρόμενος

    noun

    Polish apple growers will soon be protesting against the low prices offered by the processing industry.

    Οι πολωνοί καλλιεργητές μήλων σύντομα θα διαμαρτύρονται για τις χαμηλές τιμές που προσφέρονται από τη βιομηχανία μεταποίησης.

  • προτεσταντικός

    adjective

    Both Catholic and Protestant clergy opposed us adamantly and made slanderous accusations against us for our preaching work.

    Τόσο ο Καθολικός όσο και ο Προτεσταντικός κλήρος μάς εναντιώθηκαν σφοδρά και εκτόξευσαν συκοφαντικές κατηγορίες εναντίον μας σε σχέση με το έργο μας κηρύγματος.

Φράσεις παρόμοιες με "Protestant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • νότα διαμαρτυρίας
  • διαμαρτύρομαι
  • αντιδρώ σε · αντιτάσσομαι · αντιτίθεμαι · αποδοκιμασία · διαδήλωση · διαμαρτυρία · διαμαρτύρομαι · διαμαρτύρομαι για · εκδήλωση διαμαρτυρίας · εναντίωση · εναντιώνομαι
  • ξεσηκώνω διαμαρτυρίες · προκαλώ διαμαρτυρίες
  • πορεία διαμαρτυρίας
  • σε ένδειξη διαμαρτυρίας
  • μετά φανών και λαμπάδων
  • διακήρυξη · διαμαρτυρία · διαμαρτύρηση · εκδήλωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Protestant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη