Μετάφραση του "protest" σε Ελληνικά

Οι διαμαρτυρία, διαμαρτύρομαι, διαδήλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "protest" σε Ελληνικά.

protest verb noun γραμματική

(intransitive) to make a strong objection [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμαρτυρία

    noun feminine

    translations to be checked [..]

    This is not what the protest was about!

    Δεν είναι αυτό για το οποίο έγινε η διαμαρτυρία!

  • διαμαρτύρομαι

    verb

    to make a strong objection

    Polish apple growers will soon be protesting against the low prices offered by the processing industry.

    Οι πολωνοί καλλιεργητές μήλων σύντομα θα διαμαρτύρονται για τις χαμηλές τιμές που προσφέρονται από τη βιομηχανία μεταποίησης.

  • διαδήλωση

    noun

    For several years he commanded police action against street protests of the opposition.

    Για πολλά χρόνια ηγήθηκε των αστυνομικών ενεργειών κατά των διαδηλώσεων της αντιπολίτευσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντιτίθεμαι
    • εναντίωση
    • αποδοκιμασία
    • εναντιώνομαι
    • αντιτάσσομαι
    • αντιδρώ σε
    • διαμαρτύρομαι για
    • εκδήλωση διαμαρτυρίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " protest " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Protest
+ Προσθήκη

"Protest" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Protest στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "protest"

Φράσεις παρόμοιες με "protest" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαμαρτυρόμενος · προτεστάντης · προτεσταντικός
  • νότα διαμαρτυρίας
  • διαμαρτύρομαι
  • ξεσηκώνω διαμαρτυρίες · προκαλώ διαμαρτυρίες
  • πορεία διαμαρτυρίας
  • σε ένδειξη διαμαρτυρίας
  • μετά φανών και λαμπάδων
  • διακήρυξη · διαμαρτυρία · διαμαρτύρηση · εκδήλωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "protest" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη