Μετάφραση του "Provision" σε Ελληνικά

Οι Πρόβλεψη, εξασφάλιση, διάταξη, εξοπλισμός, παροχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Provision" σε Ελληνικά.

Provision

Provision (accounting)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πρόβλεψη, εξασφάλιση, διάταξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Provision " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

provision verb noun γραμματική

An item of goods or supplies obtained for future use. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξοπλισμός

    noun masculine

    The minimum level of technical provision is laid down in the Annex to this recommendation.

    Ο ελάχιστος τεχνικός εξοπλισμός καθορίζεται στο παράρτημα της παρούσας σύστασης.

  • παροχή

    This service shall consist of the on-demand provision of geospatial information.

    Η εν λόγω υπηρεσία συνίσταται στην παροχή γεωχωρικών πληροφοριών κατόπιν αιτήματος.

  • πρόβλεψη

    noun feminine

    Specific provision was made with regard to the secondary cultivation of soya beans.

    Ειδική πρόβλεψη περιελήφθη σχετικά με την επίσπορη καλλιέργεια σόγιας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όρος
    • διάταξη
    • ρήτρα
    • πρόνοια
    • εφοδιασμός
    • εφοδιάζω
    • φροντίδα
    • προμήθεια
    • αποθεματικό
    • σχεδιασμός
    • προμηθεύω
    • προγραμματισμός
    • προετοιμασία
    • λογιστικό αποθεματικό

Φράσεις παρόμοιες με "Provision" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Provision" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη