Μετάφραση του "Purchase" σε Ελληνικά
Οι Αγοράζω, αγορά, αγοράζω, αγορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Purchase" σε Ελληνικά.
A surname.
-
Αγοράζω, αγορά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Purchase " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An individual item one has purchased. [..]
-
αγοράζω
verbTo obtain in exchange for money or goods.
Food supplements are purchased by consumers for supplementing intakes from the diet.
Τα συμπληρώματα διατροφής αγοράζονται από τους καταναλωτές για τη συμπλήρωση των προσλήψεων από την δίαιτα.
-
αγορά
noun feminineThe acquisition or the act of buying something by payment of money or its equivalent. [..]
The import, purchase or transport of Iranian crude oil and petroleum products shall be prohibited.
Απαγορεύεται η εισαγωγή, η αγορά ή η μεταφορά ιρανικού αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών.
-
προμήθεια
nounThe acquisition or the act of buying something by payment of money or its equivalent.
This chapter focuses on agreements concerning the joint purchase of products.
Αντικείμενο του παρόντος κεφαλαίου είναι οι συμφωνίες που αφορούν την από κοινού προμήθεια προϊόντων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποκτώ
- ψωνίζω
- αγοράξω
- παλάγκο
- παζάρι
- στήριγμα
- αγοραστικός
- πράξη αγοράς
Φράσεις παρόμοιες με "Purchase" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αξία σε μονάδες αγοραστικής δύναμης · ισοτιμία αγοραστικής δύναμης
-
Παραγγελία
-
εμπορικός αντιπρόσωπος
-
Αγοραστική δύναμη · αγοραστική δύναμη
-
αγοραπωλησία ακινήτου
-
αγοράζω
-
νεοαποκτημένος
-
αγοραστικές συνήθειες