Μετάφραση του "ROM" σε Ελληνικά

Οι ROM, ρομ, Ρομ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ROM" σε Ελληνικά.

ROM noun proper γραμματική

Acronym of [i]Read-only memory[/i]. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ROM

    feminine

    It asks however whether that condition can be held against ROM-projecten by reason of Community law.

    Διερωτάται ωστόσο αν ο όρος αυτός μπορεί να προβληθεί εις βάρος του ROM-projecten δυνάμει του κοινοτικού δικαίου.

  • ρομ

    noun

    Hospital is not for us Roms!

    Το νοσοκομείο δεν είναι για μας τους ρομ!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ROM " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rom adjective noun proper γραμματική

A male member of the Romani people, who is married and considered respectable amongst the family. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρομ

    proper masculine

    a member of the Romani people

    Rom, that lady tells me she misplaced a fat currency pouch.

    Ρομ, η κυρία λέει ότι έχασε το πορτοφόλι της.

  • Ρομά

    proper masculine, feminine

    Integration of minorities, especially Rom requires

    Η ένταξη των εθνοτικών μειονοτήτων και ειδικά των Ρομά προϋποθέτει

Εικόνες με "ROM"

Φράσεις παρόμοιες με "ROM" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ROM" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη