Μετάφραση του "Recent" σε Ελληνικά
Οι Πρόσφατος, πρόσφατος, καινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Recent" σε Ελληνικά.
Recent
noun
approximately the last 10,000 years
-
Πρόσφατος
Tom got remarried recently.
Ο Τομ ξαναπαντρεύτηκε πρόσφατα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Recent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
recent
adjective
γραμματική
Having happened a short while ago. [..]
-
πρόσφατος
adjective masculinehaving happened a short while ago [..]
Tom got remarried recently.
Ο Τομ ξαναπαντρεύτηκε πρόσφατα.
-
καινός
adjective -
νέος
adjective masculineThe commission is reviewing all my recent rulings, and I reassigned my cases.
Η Επιτροπή επανεξετάζει πρόσφατες αποφάσεις μου κι ανέθεσα εκ νέου τις υποθέσεις μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοντινός
- τελευταίος
- νωπός
- πρόσφατη
- νεόκοπος
- πρόσφατα
Φράσεις παρόμοιες με "Recent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόσφατος
-
αρτιγενής · αρτισύστατος · νεότοκος
-
πρόσφατη άποψη
-
πρόσφατη αλλαγή
-
νεότευκτος
-
πρόσφατη ιστορία
-
μέχρι πρότινος
-
νεοδιόριστος · νεοεισελθών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη