Μετάφραση του "recently" σε Ελληνικά

Οι πρόσφατα, προσφάτως, τελευταία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recently" σε Ελληνικά.

recently adverb γραμματική

In the recent past; newly; lately; freshly; not long since. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσφατα

    adverb

    in the recent past

    Tom got remarried recently.

    Ο Τομ ξαναπαντρεύτηκε πρόσφατα.

  • προσφάτως

    adverb

    in the recent past

    Tom got remarried recently.

    Ο Τομ ξαναπαντρεύτηκε πρόσφατα.

  • τελευταία

    adverb

    The openness of the Spanish economy has continually increased in recent years.

    Ο βαθμός ανοίγματος της ισπανικής οικονομίας συνέχισε να αυξάνεται κατά τα τελευταία έτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εσχάτως
    • προ ολίγου
    • νεωστί
    • νέα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " recently " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Recently
+ Προσθήκη

"Recently" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Recently στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "recently" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πρόσφατος
  • αρτιγενής · αρτισύστατος · νεότοκος
  • πρόσφατη άποψη
  • πρόσφατη αλλαγή
  • καινός · κοντινός · νέος · νεόκοπος · νωπός · πρόσφατα · πρόσφατη · πρόσφατος · τελευταίος
  • νεότευκτος
  • Πρόσφατος
  • πρόσφατη ιστορία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "recently" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη