Μετάφραση του "Recurrence" σε Ελληνικά
Οι Περιοδικότητα, Επανάληψη, επανεμφάνιση, επανεμφάνιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Recurrence" σε Ελληνικά.
Recurrence
An option that allows the user to specify the intervals at which an appointment or task will be repeated.
-
Περιοδικότητα
An option that allows the user to specify the intervals at which an appointment or task will be repeated.
-
Επανάληψη, επανεμφάνιση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Recurrence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
recurrence
noun
γραμματική
Return or reversion to a certain state. [..]
-
επανεμφάνιση
nounBut now I'm afraid there might be a recurrence.
Αλλά τώρα φοβάμαι ότι μπορεί να υπάρχει μια επανεμφάνιση.
-
επανάληψη
noun femininePeople want to be able to protect themselves against a recurrence.
Οι άνθρωποι θέλουν να προστατευθούν από μια επανάληψη.
-
επάνοδος
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανακύκλωση
- κυκλική μορφή
Φράσεις παρόμοιες με "Recurrence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαλείπων · επαναλαμβανόμενος · επαναλαμβανόμενος, περιοδικός · επανεμφανιζόμενος · υποτροπιάζων
-
Υπερυπνία
-
επαναλαμβανόμενο γεγονός · περιοδικό γεγονός
-
μοτίβο περιοδικότητας
-
επαναλαμβανόμενο σήμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη