Μετάφραση του "Redacted" σε Ελληνικά

Οι Edited or censored ... διαβαθμισμενος, λογοκριμένος ... επεξεργασμένος, διαβαθμισμένος, λογοκριμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Redacted" σε Ελληνικά.

redacted adjective verb γραμματική

Edited or censored. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Edited or censored ... διαβαθμισμενος, λογοκριμένος ... επεξεργασμένος

  • διαβαθμισμένος

  • λογοκριμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Redacted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Redacted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διατυπώνω · εκφράζομαι · επιμελούμαι · λογοκρίνω · συνοψίζω · συντάσσω
  • Editing or censoring a document before publication for the protection of sensitive information ... the process often results in visible black bars over text · διατύπωση · λογοκρισία · παράληψη · σύνταξη
  • λογοκριμένο αντίγραφο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Redacted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη