Μετάφραση του "Reluctance" σε Ελληνικά

Οι Μαγνητική αντίσταση, επιφυλακτικότητα, απροθυμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reluctance" σε Ελληνικά.

Reluctance
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μαγνητική αντίσταση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reluctance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

reluctance noun γραμματική

Unwillingness to do something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιφυλακτικότητα

    feminine

    unwillingness to do something

    Undoubtedly, cultural and language barriers are important reasons for this reluctance.

    Αναμφίβολα, σημαντικοί λόγοι για την εν λόγω επιφυλακτικότητα είναι πολιτιστικοί και ιδίως γλωσσικοί φραγμοί.

  • απροθυμία

    noun

    On the other hand, there was considerable reluctance to deal with vested interests and any kind of costs.

    Παρόλ'αυτά υπήρχε μεγάλη απροθυμία να θίξουν κεκτημένα συμφέροντα ή οποιοδήποτε θέμα για τις δαπάνες.

  • αντιπάθεια

    noun feminine

Φράσεις παρόμοιες με "Reluctance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ειδική μαγνητική αντίσταση
  • ακούσιος · απρόθυμος · διστακτικός
  • ακούσιος · απρόθυμος · διστακτικός
  • ακούσιος · απρόθυμος · διστακτικός
  • ακούσιος · απρόθυμος · διστακτικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reluctance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη