Μετάφραση του "Reserve" σε Ελληνικά

Οι Εφεδρεία, απόθεμα, δεσμεύω, επιφύλαξη, αγκαζάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reserve" σε Ελληνικά.

Reserve proper

A city in Kansas. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εφεδρεία, απόθεμα, δεσμεύω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reserve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

reserve verb noun γραμματική

The act of reserving, or keeping back; reservation; exception. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιφύλαξη

    noun feminine

    the act of reserving, or keeping back; reservation [..]

    With this general reservation, our political group supports the report.

    Με αυτή τη γενική επιφύλαξη, η πολιτική ομάδα μας υποστηρίζει την έκθεση.

  • αγκαζάρω

    Verb verb
  • εφεδρεία

    noun

    Major Moynihan with the third battalion in reserve.

    Ταγματάρχα Moynihan με το τρίτο τάγμα σε εφεδρεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρεζέρβα
    • εφεδρικός
    • περιοχή
    • κρατώ
    • επιφυλακτικότητα
    • προστατευόμενη περιοχή
    • αποθεματικό
    • αποθεματικό κεφάλαιο
    • απόθεμα
    • εφεδρική ομάδα
    • εφεδρικός παίχτης
    • κρατάω σε εφεδρεία
    • επιφυλάσσω
    • κοίτασμα
    • έφεδρος
    • κλείνω
    • εξασφαλίζω
    • αναβάλλω
    • φυλάω
    • αλλαγή
    • κάνω κράτηση

Φράσεις παρόμοιες με "Reserve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απόκρυψη · δέσμευση · διαχωριστικό · ενδοιασμός · επιφύλαξη · κράτηση · κράτηση θέσης · κράτηση, δέσμευση, επιφύλαξη · περιοχή
  • διαμέρισμα MSR
  • Πρωτόκολλο δέσμευσης πόρων
  • αποθεματικά
  • "κουμπωμένος" · διστακτικός · επιφυλακτικός · εφεδρικός, δεσμευμένος · κατειλημμένο · κατειλημμένος · κλεισμένος στον εαυτό του · ρεζερβέ · συγκρατημένος
  • εφεδρικός πόρος
  • εθνικό αλιευτικό καταφύγιο
  • εθνικό απόθεμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reserve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη