Μετάφραση του "Rhetoric" σε Ελληνικά

Οι ρητορική, ρητορεία, ρητορικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rhetoric" σε Ελληνικά.

rhetoric noun adjective γραμματική

The art of using language, especially public speaking, as a means to persuade. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρητορική

    noun feminine

    Uh, that was more of a rhetorical stand we were taking back there.

    Ήταν περισσότερο μια ρητορική θέση αυτή που θέσαμε πριν.

  • ρητορεία

    feminine

    But as usual, your rhetoric fails to compensate for your irresponsibility.

    Αλλά ως συνήθως, η ρητορεία σου δεν αντισταθμίζει την ανευθυνότητά σου.

  • ρητορικός

    adjective

    In a sense that was excessive rhetoric on the part of Mr Rapkay.

    Κατά μια έννοια, ο κ. Rapkay ήταν υπερβολικά ρητορικός στο σημείο αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ρητορική
    • κενολογία
    • μεγαλοστομίες
    • ρητορισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rhetoric " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Rhetoric" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rhetoric" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη