Μετάφραση του "Robot" σε Ελληνικά
Οι Αυτόματη μηχανή, ρομπότ, ρομπότ, Ρομπότ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Robot" σε Ελληνικά.
Robot
-
Αυτόματη μηχανή, ρομπότ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Robot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
robot
noun
γραμματική
(chiefly science fiction) An intelligent mechanical being designed to look like a human or other creature, and usually made from metal. [..]
-
ρομπότ
noun masculine neuterintelligent mechanical being
Tom made a robot.
Ο Τομ έφτιαξε ένα ρομπότ.
-
Ρομπότ
ιστορική ανάδρομη
Tom made a robot.
Ο Τομ έφτιαξε ένα ρομπότ.
-
αυτόματο
noun neuterWe can set the course on robot pilot.
Μπορούμε να βάλουμε την πορεία στον αυτόματο πιλότο.
Εικόνες με "Robot"
Φράσεις παρόμοιες με "Robot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιομηχανικά ρομπότ
-
Τρεις νόμοι της ρομποτικής
-
ρομποτικός βραχίονας
-
Ρομποτική · ρομποτική
-
Βιομηχανικά ρομπότ · βιομηχανικά ρομπότ · βιομηχανικό ρομπότ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη