Μετάφραση του "Router" σε Ελληνικά
Οι Δρομολογητής, δρομολογητής, ρούτερ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Router" σε Ελληνικά.
A software component that provides an interface between the Microsoft CRM system and Exchange 2000 or Exchange 2003.
-
Δρομολογητής
A software component that provides an interface between the Microsoft CRM system and Exchange 2000 or Exchange 2003.
It's a solar router feeding the whole factory with solar power.
Είναι ηλιακός δρομολογητής που τροφοδοτεί όλο το εργοστάσιο με ηλιακή ενέργεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Router " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Someone who routes or directs items from one location to another. [..]
-
δρομολογητής
noun masculineA device that connects local area networks to form a larger internet [..]
It's a solar router feeding the whole factory with solar power.
Είναι ηλιακός δρομολογητής που τροφοδοτεί όλο το εργοστάσιο με ηλιακή ενέργεια.
-
ρούτερ
nounThe command that changed Thomas'medical record came from a local router port!
Η εντολή που άλλαξε το ιστορικό του Τόμας προήλθε από ένα τοπικό ρούτερ!
-
διανομέας
noun -
Δρομολογητής
ηλεκτρονική συσκευή η οποία αναλαμβάνει την αποστολή και λήψη πακέτων δεδομένων
It's a solar router feeding the whole factory with solar power.
Είναι ηλιακός δρομολογητής που τροφοδοτεί όλο το εργοστάσιο με ηλιακή ενέργεια.
Εικόνες με "Router"
Φράσεις παρόμοιες με "Router" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στατικός δρομολογητής
-
Ευρυζωνικός δρομολογητής υπηρεσιών πολυμέσων
-
Ευρυζωνικός οικιακός δρομολογητής
-
καθορισμένος δρομολογητής
-
Οδηγός ρύθμισης παραμέτρων του δρομολογητή ηλ. αλληλογραφίας
-
εφεδρικός καθορισμένος δρομολογητής
-
Πρωτόκολλο εφεδρείας ιδεατού δρομολογητή
-
Πρωτόκολλο εφεδρείας ιδεατού δρομολογητή