Μετάφραση του "Russophile" σε Ελληνικά

Το ρωσόφιλος είναι η μετάφραση του "Russophile" σε Ελληνικά.

Russophile noun γραμματική

A person who loves the country, culture or people of Russia. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρωσόφιλος

    masculine

    person who loves the culture of Russia

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Russophile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Russophile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη