Μετάφραση του "rust" σε Ελληνικά

Οι σκουριά, σκουριάζω, σκωρίαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rust" σε Ελληνικά.

rust verb noun adjective γραμματική

(intransitive) to oxidize, especially of iron or steel. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκουριά

    noun feminine

    result of oxidation [..]

    Which is covered in rust and some of which seems to have gotten into the victim.

    Που είναι καλυμμένα με σκουριά, μέρος της οποίας υπάρχει στο θύμα.

  • σκουριάζω

    verb

    My brother daydreams while I rust from disuse.

    Ο αδερφός μου ονειροπολεί ενώ εγώ σκουριάζω από την αχρηστία.

  • σκωρίαση

    noun feminine

    The main diseases in barley are eyespot, powdery mildew, brown rust, net blotch and leaf blotch or scald.

    Οι σημαντικότερες ασθένειες της κριθής είναι η κερκοσπορίωση, η ερυσίβη, η σκωρίαση, η ελυνθοσπορίωση και το κυκλώνιο ή έγκαυμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rust " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rust

Rust (fungus)

+ Προσθήκη

"Rust" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rust στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "rust"

Φράσεις παρόμοιες με "rust" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rust" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη