Μετάφραση του "Scot" σε Ελληνικά

Οι Σκωτσέζος, φόρος, σκωτσέζος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Scot" σε Ελληνικά.

Scot noun proper γραμματική

A person born in or native to Scotland. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σκωτσέζος

    proper noun masculine

    a person born in or native to Scotland [..]

    Aye, such as only a good Scot can make.

    Μάλιστα, όπως μόνο ένας καλός Σκωτσέζος μπορεί να κάνει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Scot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

scot noun γραμματική

(UK, historical) A local tax, paid originally to the lord or ruler and later to a sheriff. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φόρος

    noun masculine
  • σκωτσέζος

    A Scots murderer was, in effect, Prime Minister of France.

    Ένας σκωτσέζος δολοφόνος ήταν πρακτικά ο πρωθυπουργός της Γαλλίας

  • πληρωμή

    noun

Φράσεις παρόμοιες με "Scot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Scot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη