Μετάφραση του "Scots" σε Ελληνικά

Το σκωτικά είναι η μετάφραση του "Scots" σε Ελληνικά.

Scots adjective noun proper γραμματική

A Germanic language closely related to English and descended from northern dialects of Middle English, spoken in parts of Scotland, now especially in the central, northeastern and southern regions of the country. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκωτικά

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Scots " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

scots noun

plural of [i]scot[/i]

+ Προσθήκη

"scots" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το scots στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Scots" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Scots" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη