Μετάφραση του "Sculptor" σε Ελληνικά

Οι Γλύπτης, γλύπτης, γλύπτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sculptor" σε Ελληνικά.

Sculptor proper noun

(astronomy) A dim spring constellation of the southern sky. It lies between Aquarius and Phoenix and lies in the direction of the southern pole of the Milky Way. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γλύπτης

    proper masculine

    constellation [..]

    He wasn't a sculptor, but a furniture designer, architect and scenographer.

    Δεν ήταν γλύπτης, αλλά σχεδιαστής επίπλων, αρχιτέκτονας και σκηνογράφος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sculptor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sculptor noun γραμματική

A person who sculpts. An artist who produces sculpture. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλύπτης

    noun masculine

    a person who sculpts [..]

    He wasn't a sculptor, but a furniture designer, architect and scenographer.

    Δεν ήταν γλύπτης, αλλά σχεδιαστής επίπλων, αρχιτέκτονας και σκηνογράφος.

  • γλύπτρια

    noun feminine

    a person who sculpts

    I'm a single mother and I'm trying to be a sculptor.

    Είμαι μητέρα και μόνη και προσπαθώ να γίνω γλύπτρια.

  • ο γλύπτης

    Henceforth incapable of expressing the essential, the sculptor seeks after resemblance.

    Εξαρχής ανίκανος να εκφράσει το ουσιώδες, αυτός ο γλύπτης επιδιώκει την ομοιότητα.

Εικόνες με "Sculptor"

Φράσεις παρόμοιες με "Sculptor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sculptor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη