Μετάφραση του "Separate" σε Ελληνικά

Οι Ξεχωριστός, ανεξάρτητος, χωρίζω, χωριστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Separate" σε Ελληνικά.

Separate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ξεχωριστός, ανεξάρτητος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Separate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

separate adjective verb noun γραμματική

Apart from (the rest); not connected to or attached to (anything else). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χωρίζω

    verb

    The police tried to separate the two hostile gangs.

    Η αστυνομία προσπάθησε να χωρίσει τις δύο εχθρικές συμμορίες.

  • χωριστός

    adjective

    A separate order is then required for the disclosure or production of the evidence.

    Απαιτείται στη συνέχεια χωριστή απόφαση για τη γνωστοποίηση ή την προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων.

  • διαχωρίζω

    verb

    Product variants are independently provisioned and separated by a dotted lined from each others.

    Οι παραλλαγές προϊόντων προβλέπονται ανεξάρτητα και διαχωρίζονται μεταξύ τους με εστιγμένη γραμμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεχωριστός
    • ξεχωρίζω
    • διαιρώ
    • ανεξάρτητος
    • αποχωρίζω
    • διαφοροποιώ
    • σπάζω
    • τεμαχίζω
    • τακτοποιώ
    • κινούμαι
    • κόβω
    • διαχωρίζομαι
    • κάνω διάκριση
    • χωρίζομαι

Εικόνες με "Separate"

Φράσεις παρόμοιες με "Separate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Separate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη