Μετάφραση του "separated" σε Ελληνικά
Οι σε διάσταση, χάνομαι, χωρισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "separated" σε Ελληνικά.
separated
adjective
verb
γραμματική
detached; not connected or joined. [..]
-
σε διάσταση
-
χάνομαι
verb -
χωρισμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " separated " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "separated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λιποδιαχωριστής
-
(δια)χωρισμός Εκκλησίας-πολιτείας · Χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας
-
αρχείο τιμών διαχωρισμένων με κόμματα
-
διαχωρισμός οκτάβας
-
Μέθοδοι διαχωρισμού μιγμάτων
-
διαχωριστής σωματιδίων
-
Όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους
-
σύζυγος εν διαστάσει
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη