Μετάφραση του "Shock" σε Ελληνικά

Οι Κρούση, δόνηση, σοκ, σοκ, σοκάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Shock" σε Ελληνικά.

Shock

Shock (musical)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κρούση, δόνηση, σοκ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Shock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

shock verb noun γραμματική

Sudden, heavy impact. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σοκ

    noun neuter

    He's in a state of catatonic shock and in a home for the criminally insane.

    Έχει πέσει σε κατατονικό σοκ και βρίσκεται σε άσυλο σχιζοφρενών εγκληματιών.

  • σοκάρω

    verb

    I paint and shock the bourgeoisie whenever I get the chance.

    Ζωγραφίζω και σοκάρω τους μπουρζουάδες όποτε έχω ευκαιρία.

  • κραδασμός

    noun masculine

    sudden, heavy impact

    Of course a pile driver would bring down an old, decrepit building in an area where the slightest shock is like an earthquake.

    Φυσικά μια μηχαvική σφύρα θα μπορούσε vα γκρεμίσει έvα παλιό, γηρασμέvο κτίριο σε μια περιοχή όπου ο παραμικρός κραδασμός είvαι σαv σεισμός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηλεκτροπληξία
    • κλονισμός
    • θημωνιά
    • κρούση
    • δόνηση
    • καταπληξία
    • κρίση
    • πλήγμα
    • εκπλήσσω
    • καταπλήσσω
    • ταράσσω
    • τίναγμα
    • ξάφνιασμα
    • προσβάλλω
    • παραξενεύω
    • σάστισμα
    • νευρικός κλονισμός
    • προκαλώ κατάπληξη

Φράσεις παρόμοιες με "Shock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Shock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη